Ο τρόμος της Μαφίας στραγγαλίζει την Κυψέλη. Τον έκαναν κόσκινο για ένα νταλαβέρι της νύχτας αλλά δεν τρέχει και τίποτα. Συνηθίσαμε

Όσα είδα, τη νύχτα της Δευτέρας, μετά το σήμα της αστυνομίας για το άγριο φονικό στην Φωκίωνος Νέγρη, μου επιβεβαίωσαν όλα όσα γνώριζα , εδώ και χρόνια, για μια από τις πιο αλλαγμένες περιοχές της Αθήνας, που έχει μεταμορφωθεί σε σπηλιά εγκλήματος όχι μόνον αλλοδαπών( που πια εκεί κάνουν τις περισσότερες βρωμοδουλειές) αλλά και από ελληνικά στοιχεία- ο Θεός να τα κάνει- που έχουν πιάσει καραούλι στις παρυφές του οργανωμένου εγκλήματος.

Στο μαγαζί «Χίλιες Νύχτες», που από αυτά τουλάχιστον που μου είπε η αστυνομία, ιδιοκτήτης είναι ένας επαγγελματίας από Αίγυπτο ή από Συρία, μπούκαραν ένοπλοι δράστες και σε μια ώρα που η περιοχή είχε σχεδόν ερημώσει( έχουμε χάσει πια πολλά επεισόδια από την Κυψέλη του φοιτητόκοσμου που τέτοιες ώρες γινόταν πασαρέλα από γκόμενες και κλαρινογαμπρούς, άλλα χρόνια πιο καλά και πιο ασφαλή), καθάρισαν μέσα στο κατάστημα που έχει ναργιλέδες, θαμώνα που έπινε το ποτό του.

Στη συνέχεια, μετά από έναν σκληρό τσακωμό που είχα με έναν άθλιο ασφαλίτη στον πεζόδρομο που ήρθε να μου τσαμπουκαλευτεί προβάλλοντας ύφος και φαλάκρα( τα γνωστά, μην τραβάς, μην μας τραβάς τις φάτσες και κάτι άλλες μαλακίες των άλλων γαμπρών, αυτών της ΓΑΔΑ), σηκώθηκα κι έφυγα αηδιασμένος, φτύνοντας και βλασφημώντας στο πεζοδρόμιο, γιατί «έπεσα πάνω σε στρατόκαβλους που μου χάλασαν το ρεπορτάζ και τη διάθεση, γαμώ την ατυχία μου».

Κατευθυνόμενος στο γυράδικο της κοντινής πλατείας Αγίου Γεωργίου, νομίζω( εκεί που καθόμουνα κάποτε ως αθλητικογράφος κι έριχνα τις βραδυνές μάσες μετά τους αγώνες με δίπιττο χωρίς κρεμμύδι), έπεσα πάνω στην ιδιωτική κλινική που είχαν μεταφέρει τον σοβαρά τραυματία ελληνικής καταγωγής που τελικά υπέκυψε στα τρύματα του.

—Τι γίνεται εδώ ρε παιδιά, είπα στους Αμεσοδρασίτες που ξενυχτάνε κάθε βράδυ τους μακαρίτες στην άσφαλτο και τρέχουν από πόρτα σε πόρτα για να προστατεύσουν ότι μπορεί να προστατευτεί τα άγρια χαράματα.

— Χαμός. Δεν τους βλέπεις; Φίλοι και «κολλητοί» του νεκρού, μου είπαν, δείχνοντας ένα λεφούσι που είχε μαζευτεί, έξω από την κλινική. 

-Α, κατάλαβα, είπα και τους καληνύχτισα, πατώντας το γκάζι για να ξεκολλήσουμε απο τα στενά της Κυψέλης.

Βγαίνοντας στην Αλεξάνδρας, γύρισα πίσω 33 χρόνια, όταν κι εγώ ήμουν ένας παλιοπαιδιάς και με έναν φίλο ποινικολόγο σήμερα κι έναν ακόμα εισαγγελέα και έναν Στέλιο από τη Λάρισα, γυρίζαμε σαν τις κατάρες, στην ελληνική συνοικία που ήταν η Κυψέλη, άφοβα, κυνηγώντας γκόμενες μέχρι το ξημέρωμα.

Από τότε μέχρι σήμερα, η Φωκίωνος, δεν είναι πια ίδια. Πιστολέρο, φονιάδες του επαγγέλματος του «σκοτώνω για ένα χιλιάρικο», έμποροι θανάτου της άσπρης σκόνης, σκληροτράχηλοι ποινικοί ναρκέμποροι με παχύ μητρώο, τουρκονταβατζήδες και άλλα κατακάθια, γυρνούν σαν τις σκιές για να βρουν γωνιά να πουλήσουν, να εκμαυλίσουν, να σκοτώσουν, να παζαρέψουν ή να βγάλουν στο κλαρί καμιά πονεμένη και δυστυχισμένη που ψάχνει για πελάτη που να πληρώνει κανά εικοσάρικο ή και λιγότερο, για πεταχτή συνεύρεση σε κανέναν βρώμικο γαμιστρώνα της περιοχής ή και ημιόρθια στο αμάξι.

Η πατρίδα στην Κυψέλη χάθηκε από τα ρεμάλια της Φωκίωνος που πια έχουν αλλάξει ταυτότητα και θρήσκευμα.

Τα ρεμάλια της Φωκίωνος Νέγρη, δεν έχουν πια σχέση με τους αγαπητικούς της δεκαετίας του 70 και το επιθετικό φοιτηταριό του 1980-90. Αυτά τα ρεμάλια είναι διαφορετικά. Οπλοφορούν και σκορπούν θάνατο, όπως τη νύχτα της Δευτέρας. Η Φωκίωνος έχει γίνει ένα απέραντο μηχανοστάσιο εγκλήματος. Η πατρίδα χάθηκε ξεκινώντας το μοιρολόι από την Κυψέλη.

Σ.Σ.Χ

Πηγή