Απανωτά ευρωπαϊκά «χαστούκια» – Χωρίς συμμάχους στη μάχη του Σκοπιανού

Η «επίθεση φιλίας» των γειτόνων φαίνεται να «ξεθυμαίνει» και τη θέση της να παίρνουν κόκκινες γραμμές – Οι Σκοπιανοί θα επιμείνουν σε μια μεταξύ μας συμφωνία, για το όνομα και μόνο, η οποία θα επικυρωθεί από τον ΟΗΕ

Του ΣΑΚΗ ΜΟΣΧΗ

 

Δυσάρεστη τροπή έχει αρχίσει να παίρνει το Σκοπιανό, με ορατό πλέον τον κίνδυνο να βρεθούμε ακόμη και υπόλογοι για τη στάση μας σε πολύ σοβαρά κεφάλαια του ζητήματος και εν τέλει στο σύνολό του. Η κυβέρνηση μπήκε στα βαθιά ενός πολύ σοβαρού εθνικού θέματος, άρον-άρον, και ενώ γνώριζε, ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνώριζε, ότι δεν διαθέτει κανέναν σύμμαχο για να στηρίξει τις ελληνικές θέσεις.

Στο Μαξίμου και στο υπουργείο Εξωτερικών πίστεψαν ότι ένα θέμα, που εκκρεμεί 25 χρόνια με υπαιτιότητα των γειτόνων, θα λύνονταν μέσα σε ελάχιστους μήνες λόγω μιας κυβερνητικής αλλαγής ισχνής πλειοψηφίας στα Σκόπια. Η «επίθεση φιλίας» των γειτόνων φαίνεται να «ξεθυμαίνει» και τη θέση της να παίρνουν κόκκινες γραμμές. Το δε επικοινωνιακό κρεσέντο του κ. Ζάεφ συνεχίζεται με αμείωτη ένταση, ενώ στο εσωτερικό των Σκοπίων αφυπνίζονται και πάλι μετά τη «χειμέρια νάρκη» τους οι ακραίες τάσεις.

Τώρα η ελληνική κυβέρνηση δείχνει φανερά τη δυσφορία της αλλά μοιάζει να προχώρησε αρκετά, αφήνοντας ακάλυπτα τα νώτα. Φαίνεται πλέον πολύ πιθανό το σενάριο, αν δεν αλλάξει κάτι θεαματικά, να κινδυνεύσουν οι σχέσεις της με τον διεθνή παράγοντα ή με ακόμη περισσότερους πολίτες στο εσωτερικό της χώρας. Το ζήτημα όμως δεν είναι η δημοφιλία της κυβέρνησης εντός ή εκτός, αλλά ότι η χώρα αντιμετωπίζει ανοιχτά το φάσμα μιας εθνικής ήττας.

 

Ο Ζάεφ στη Μέρκελ

Ο πρωθυπουργός των Σκοπίων φαίνεται να γνωρίζει καλά πώς παίζεται το παιχνίδι στη διεθνή σκακιέρα. Μοίρασε ρόλους: κράτησε για τον εαυτό του αυτόν του «καλού», άφησε στον Πρόεδρο, που προέρχεται απ’ την αντιπολίτευση, τον ρόλο του κακού και χρησιμοποιεί τον υπουργό Εξωτερικών σε θέση «λίμπερο».

Δεν είναι τυχαία η επίσκεψη του Σκοπιανού πρωθυπουργού στη Γερμανία για να συναντήσει την καγκελάριο Α. Μέρκελ. Γνώριζε προφανώς ότι θα βρεθεί σε φιλικό έδαφος και θα απολαύσει τη δημόσια στήριξη των θέσεών του από έναν πολύ σημαντικό σύμμαχο. Έτσι φιλοτέχνησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το φιλοευρωπαϊκό του προφίλ, δίνοντας τα διαπιστευτήριά του και «υποβάλλοντας τα σέβη» του στο μοναδικό πλέον «αφεντικό» της Ευρώπης μετά την έξοδο της Βρετανίας.

Η Α. Μέρκελ αντάμειψε μεγαλοπρεπώς τη στάση του κ. Ζάεφ, καλωσορίζοντας στο Βερολίνο τον «Μακεδόνα πρωθυπουργό». Μάλιστα δήλωσε «χαρούμενη και ανακουφισμένη που με την κυβέρνηση Ζάεφ ήρθε πάλι κινητικότητα στις συνομιλίες», εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξη ότι «θα μπορούσαν να γεφυρωθούν οι υπάρχουσες δυσκολίες» και σημείωσε ότι «αυτό θα σήμαινε πολλά για τη χώρα της Μακεδονίας αλλά και για την Ελλάδα». Λεκτικά ατοπήματα; Αποκλείεται.

 

Ο Ζάεφ και στον «Σουλτάνο»

Είχε προηγηθεί όμως η επίσκεψη στην Τουρκία και οι συναντήσεις με Ερντογάν και Γιλντιρίμ. Η Τουρκία ήταν από τις πρώτες που αναγνώρισαν τα Σκόπια ως «Μακεδονία», ενώ η θέση Ερντογάν είναι γνωστή: «η Ελλάδα μπλοκάρει την ένταξη της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, ωστόσο η Τουρκία δεν θα επιτρέψει την αλλαγή του ονόματός της. Οι δεσμοί μεταξύ Τουρκίας και Μακεδονίας είναι αδελφικοί και δεν πρόκειται να αφήσουμε τους αδελφούς μας μόνους. Θα είμαστε πάντα μαζί τους».

Η Τουρκία διατηρεί σοβαρά ερείσματα στα Σκόπια και προφανώς δεν είναι διατεθειμένη να τα εγκαταλείψει. Διεκδικεί για τον εαυτό της έναν ευρύτερο ρόλο που θα περιλαμβάνει και τα Βαλκάνια. Ο Ζ. Ζάεφ από την πλευρά του, πραγματοποιώντας επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία, πριν τις συναντήσεις του με Μέρκελ, Γιούνκερ και άλλους κορυφαίους Ευρωπαίους αξιωματούχους, ήθελε να τους στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Εγώ προτιμώ την Ευρώπη αλλά πιέστε την Ελλάδα να συμφωνήσει, διότι και η Τουρκία με περιμένει», όπως περιμένουν και η Ρωσία και η Κίνα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τουρκία είναι ένας από τους μεγαλύτερους δωρητές οπλικών συστημάτων των Σκοπίων και ο Ζ. Ζάεφ το εκτιμά αναλόγως και προσφέρει τη«ζώνη ελεύθερων συναλλαγών της Μακεδονίας,που μπορεί να αποτελέσει πύλη προς την Ευρώπη για τους Τούρκους επιχειρηματίες», παρέχοντάς τους ταυτόχρονα αφορολόγητες επενδύσεις για δέκα χρόνια.

 

«Γραφειοκρατία» το όνομα για τους Ευρωπαίους

Το δεύτερο ευρωπαϊκό «χτύπημα» για τη χώρα μας ήρθε από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζ. Κ. Γιούνκερ, ο οποίος, αφού ολοκλήρωσε την περιοδεία του στα Δυτικά Βαλκάνια, σε συνέντευξή του στην Deutsche Welle, μίλησε για τη «Μακεδονία, την ΠΓΔΜ, όπως λέγεται στη γραφειοκρατική ορολογία». Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει, με τη διαφορά ότι παλιά φρόντιζε μετά τα λεκτικά ατοπήματά του να ζητά συγγνώμη, κάτι που αυτή τη φορά δεν έπραξε.

Πολλοί πιστεύουν ότι ο κ. Γιούνκερ, ευρισκόμενος σε αποδρομή, επιθυμεί να μη μείνει στην Ιστορία με τη «ρετσινιά» της σμίκρυνσης της Ευρώπης επί ημερών του, λόγω Brexit, γι’ αυτό και καίγεται για τη διεύρυνσή της στα ανατολικά με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Ο ίδιος βέβαια το αρνείται και λέει ότι δεν ανακοίνωσε ημερομηνία για την έναρξη διαπραγματεύσεων ούτε σε εκείνους οι οποίοι δεν βρίσκονται ακόμη σε διαπραγματεύσεις, αλλά μάλλον δεν πείθει κανέναν.

 

«Γέρνει» η Ευρώπη

Σ’ αυτό το στρατηγικό πλαίσιο, της διεύρυνσης, η Ευρώπη δυστυχώς δείχνει να «γέρνει» κομψά υπέρ των σκοπιανών θέσεων.Οι πιέσεις προς την Ελλάδα, έμμεσες αλλά σαφείς, είναι πλέον φανερές. Ο κατά τα άλλα φιλέλληνας Ζ. Κ. Γιούνκερ δήλωσε ήδη πως διαπίστωσε«ότι οι Μακεδόνες σημειώνουν σημαντική πρόοδο προς την κατεύθυνση της Ευρώπης».

Στο ίδιο μήκος κύματος και η Α. Μέρκελ, η οποία προχωρώντας ακόμη περισσότερο μίλησε ξεκάθαρα για επώδυνο συμβιβασμό: «Ο καθένας πρέπει να ξέρει τι μπορεί να κάνει -οι συμβιβασμοί είναι πάντα επώδυνοι, αυτό το γνωρίζει κανείς από την πολιτική του ζωή. Όποιον συμβιβασμό και να κάνεις, είναι πάντα επώδυνος, αλλά πρέπει να είναι και υλοποιήσιμος».

Είναι φανερό ότι οι Ευρωπαίοι δεν προτίθενται «να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους» για κάτι που θεωρούν «γραφειοκρατική» λεπτομέρεια. Για μας σημαίνει πολλά, γι’ αυτούς τίποτα. Εξ ου και το ότι έσπευσαν εξ αρχής να αναγνωρίσουν τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία». Προφανώς θα μας πιέσουν, αν δεν μας πιέζουν ήδη, να τα βρούμε, αφήνοντας κατά μέρος τις εμμονές για συνταγματικές αλλαγές και erga omnes. Και επειδή είναι ικανοποιημένοι από τις «υποχωρήσεις» των Σκοπιανών, κινδυνεύουμε να βρεθούμε εμείς υπόλογοι για αδιαλλαξία. Δηλαδή «εκεί που μας χρωστούσαν, θα μας πάρουν και το βόδι».

 

Φύσηξε αέρας νίκης στα Σκόπια

Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, ο Ζ. Ζάεφ κατέβασε τον Μ. Αλέξανδρο κι ανέβηκε αυτός στον Βουκεφάλα. Δίνοντας τρεις συνεντεύξεις τη μέρα, σαν αντιβίωση, θέτει πλέον ξεκάθαρα κόκκινες γραμμές κι αυτές δεν είναι άλλες από την αλλαγή Συντάγματος, τη γλώσσα και την εθνικότητα. Τα πάντα δηλαδή, όσα «μας καίνε». Είναι ξεκάθαρο ότι κόβει προοδευτικά τη συζήτηση γι’ αυτά τα θέματα. Μας θεωρεί παράλογους και αφήνει να εννοηθεί ότι εμείς με τη στάση μας θα τορπιλίσουμε τις διαπραγματεύσεις.

Μιλώντας στους Financial Times, ο κ. Ζάεφ σημείωσε ότι «η νέα απαίτηση της Ελλάδας είναι ότι πρέπει να αλλάξουμε το Σύνταγμά μας. Αλλά το Σύνταγμα είναι ένα κείμενο εσωτερικών κανόνων. Δεν έχει επιπτώσεις στο εξωτερικό. Και σε κάθε περίπτωση μια αλλαγή του Συντάγματος δεν θα συνιστούσε τελική εγγύηση, γιατί μια νέα κυβέρνηση μπορεί στο μέλλον να το αλλάξει εκ νέου».

Οι Σκοπιανοί, όπως και όλοι οι υπόλοιποι πλην ημών, θα επιμείνουν ότι αν κάτι έχει αξία, αυτό είναι μόνο ένα: μια μεταξύ μας συμφωνία, για το όνομα και μόνο, η οποία θα επικυρωθεί από τον ΟΗΕ. Όλα τα άλλα είναι παράλογες και παρωχημένες απαιτήσεις από την πλευρά μας, που αντίκεινται στην κοινή λογική, αφού ο καθένας μπορεί να ονομάζει τον εαυτό του και τη γλώσσα που μιλάει όπως επιθυμεί. Εξάλλου όλοι μας το λένε…

Τι θα κάνουν, λοιπόν, οι κ.κ. Τσίπρας και Κοτζιας; Θα φέρουν προς κύρωση στο ελληνικό κοινοβούλιο μια συμφωνία που θα περιλαμβάνει μόνο την ονομασία, κι αυτή σύνθετη και με γεωγραφικό προσδιορισμό, ή θα οδηγηθούν στη χρήση βέτο χαλώντας τις σχέσεις της κυβέρνησης, κατ’ επέκταση και της χώρας, με Ευρώπη, ΗΠΑ και τον υπόλοιπο πλανήτη; Αν προχωρήσουν σ’ αυτή την οδό, πώς θα δικαιολογήσουν την υπαναχώρηση από τις θέσεις που διατρανώνουν μέχρι σήμερα περί συνταγματικών και άλλων αλλαγών; Αν οδηγηθούν σε νέα «κωλοτούμπα», πως θα την δικαιολογήσουν (και αυτήν) στο κομματικό τους ακροατήριο στις προσεχείς εκλογές;

Από το φύλλο της THESSNEWS #95 (03/03/2018-04/03/2018)

Πηγη