Κρύα Βρύση: Μία από τις οκτώ συνοικίες της Πολίχνης! Εργατιά – φιλότιμο – γλέντι και ΠΑΟΚ

Πολίχνη σημαίνει εργατιά και φιλότιμο, στενοί δρόμοι και αγνές γειτονιές. Πολίχνη σημαίνει ΠΑΟΚ και κεμεντζές, αυθορμητισμός και διασκέδαση. Η Κρύα Βρύση είναι μια από τις 8 συνοικίες της Πολίχνης.

Πήρε το όνομά της από μια βρύση που υπήρχε στο σημείο όπου είναι σήμερα το ομώνυμο πάρκο, από την οποία έτρεχε πολύ κρύο νερό. Τις βρύσες τις χρησιμοποιούσαν οι νοικοκυρές για να μαζεύουν νερό για το σπίτι και για να πλένουν ρούχα και κουβέρτες. Τις χρησιμοποιούσαν και οι σύμμαχοι κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν είχαν στρατοπεδεύει στην περιοχή του Καράισιν (η παλιά ονομασία της Πολίχνης), για να πίνουν οι στρατιώτες νερό και να ποτίζουν τα ζώα.

Χαρακτηριστικό της συνοικίας, το μνημείο αφιερωμένο στον Πόντιο Αγωνιστή μπροστά στο πάρκο επί της Αγ. Στρατιώτη και στα ψηλά η εκκλησία του Αγ. Παντελεήμονα, με τη θέα από το προαύλιο να φτάνει στον Θερμαϊκό.

Το Καράισιν

Η ιστορία της Πολίχνης ή αλλιώς Καράισιν είναι μεγάλη. Το 1917, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, χτίστηκαν στην περιοχή καταυλισμοί για να στεγάσουν τους πυροπαθείς, κυρίως Εβραίους, οι οποίοι όμως λόγω επαγγελμάτων, ήθελαν να έχουν πρόσβαση στο κέντρο και γρήγορα μετακόμισαν σε άλλες περιοχές. Το 1919 ήρθαν πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και αργότερα πρόσφυγες από το Καρς και άλλες περιοχές του Πόντου.

Μετά το 1947 πληθυσμοί Ποντίων από διάφορα χωριά της Μακεδονίας εγκαταλείπουν τις εστίες τους και εγκαθίστανται στην Πολίχνη, προκειμένου να γλυτώσουν από τη λαίλαπα του εμφυλίου πολέμου που ξέσπασε στις ορεινές και αγροτικές κυρίως περιοχές της χώρας. Ο πληθυσμός της Πολίχνης αυξάνεται διαρκώς μετά το 1950 από εσωτερική μετανάστευση και μετά το 1990 στην περιοχή φτάνουν Ελληνοπόντιοι παλιννοστούντες από τις δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

 

Δρόμοι από κοκκινόχωμα και σπίτια χαμηλά

Στην Πολίχνη υπάρχουν ακόμη τα χαρακτηριστικά χαμηλά διώροφα σπίτια που στέγασαν τον πόνο, τα βάσανα, τις λύπες, το κουράγιο, το πείσμα των προσφύγων να χτίσουν από την αρχή μια νέα ζωή, κρατώντας άσβεστες τις μνήμες όσων άφησαν πίσω, όσων δεν γλύτωσαν από το μαχαίρι της γενοκτονίας. Έχτισαν σπίτια με τα χέρια τους με ό,τι υλικά βρήκαν βοηθώντας ο ένας τον άλλο, όπως – όπως, άναρχα, χωρίς σχέδιο, για να βάλουν ένα κεραμίδι να μείνουν οι οικογένειές τους. Τα βράδια στις αυλές το λυπημένο τραγούδι νανούριζε τα μωρά στην πρόχειρη κούνια και το πρωί γέμιζαν με τις φωνές των εργατών που έβγαιναν για το μεροκάματο.

Τα πρώτα χρόνια οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με κοκκινόχωμα, έβρεχε και ο τόπος γέμιζε λάσπη. «Έπρεπε να έχουμε δυο ζευγάρια παπούτσια για να πάω από το σπίτι μου στην Ελπίδος μέχρι τις Συκιές στο πατρικό μου, ο δρόμος γέμιζε λάσπη και με δυσκολία μπορούσαμε να μετακινηθούμε» αναφέρει στην ΤhessΝews η Άννα Πασσάρη. Η ίδια γεννήθηκε στις Συκιές, έφυγε Γερμανία και γύρισε το 1975.  Από τότε μένει στην Πολίχνη. «Είμαστε μια γειτονιά, ο κόσμος είναι φιλικός, όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, ξέρουμε ο ένας τον καημό του άλλου» σημειώνει.

 

 

Το μεροκάματο να βγαίνει

Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, ευχάριστοι, καλοσυνάτοι, παλεύουν κάθε μέρα για το μεροκάματο, άλλος με τα φρούτα, ο διπλανός με τα κρέατα και ο απέναντι με τα γλυκά και τα αρτοποιήματα. Τους βαραίνουν πολλά, η κρίση τούς χτύπησε αλύπητα, όμως δεν το βάζουν κάτω, στέκονται στα πόδια τους, ανάβουν ένα κερί στον Αγ. Παντελεήμονα και πιάνουν τη μέρα από τα μαλλιά.

Ο Βασίλης Χαραλαμπίδης έχει το γωνιακό αρτοζαχαροπλαστείο στην Αγ. Στρατιώτη με Χρυστοστόμου Σμύρνης περίπου 30 χρόνια. Από νωρίς το πρωί φτιάχνει παρασκευές, γεμίζει τα ταψιά, καλωσορίζει τους πελάτες με το χαμόγελο. Ο ιδρώτας στο πρόσωπό του από τη ζέστη που βγάζουν τα μηχανήματα στο εργαστήριο μαρτυρά πολλά. «Πριν 30 χρόνια ήμασταν ένα χωριό, ούτε δρόμοι, ούτε πολυκατοικίες υπήρχαν, μάλιστα την περίοδο της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης δεν είχαμε νερό, το έκοβαν για αρκετές ώρες για τις ανάγκες της Έκθεσης» σημειώνει στην ΤhessΝews. Αναφέρει ότι η περιοχή άρχισε να αναπτύσσεται οικιστικά και πληθυσμιακά το 1980 αλλάζοντας της εικόνα της, όχι όμως και τον κόσμο, με τους περισσότερους να είναι εργάτες σε εργοστάσια και βιοτεχνίες. Για την κρίση λέει πως επηρέασε κυρίως τα εμπορικά καταστήματα, πολλά από τα οποία δεν άντεξαν και έκλεισαν. Ο ίδιος παρατηρεί ότι το τελευταίο διάστημα υπάρχει μια αχτίδα φωτός στην αγορά, καθώς κάποια από τα κλειστά καταστήματα ανοίγουν και πάλι.

Το κρεοπωλείο του Ευθύμιου Φραγκόπουλου είναι από τα ιστορικά στην Αγ. Στρατιώτη, καθώς είναι ανοιχτό από το 1954. Η σύζυγος, η κ. Αναστασία Κύρκου, θυμάται ότι η περιοχή ήταν γεμάτη αλάνες οι οποίες ήταν η χαρά των παιδιών. Περιγράφει τα χαμηλά σπίτια, με τις αυλές και την άναρχη δόμηση, καθώς τα περισσότερα χτίστηκαν χωρίς κάποιο σχέδιο. Κάνει λόγο για μια λαϊκή γειτονιά με φτωχό κόσμο και έντονο το ποντιακό στοιχείο. «Είναι μια γλεντζέδικη περιοχή, παίρνουν τους κεμεντζέδες και παίζουν, ενώ το βράδυ έχει έντονη νυχτερινή ζωή». Αναφορικά με την κρίση, λέει ότι πριν δεν έβλεπες ξενοίκιαστο μαγαζί, αλλά στη συνέχεια πολλά ήταν αυτά που έβαλαν λουκέτο. Για την κατάσταση σήμερα λέει «ο κόσμος συνήλθε από το αρχικό σοκ, ανασκουμπωθήκαμε και παλεύουμε».

Ο Γιάννης Στεφανίδης διατηρεί οπωροπωλείο στη γειτονιά μια δεκαπενταετία. «Στήσαμε εδώ την επιχείρηση, γιατί είχε κίνηση και μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον, ο κόσμος εκτιμά και αγοράζει τα καλά προϊόντα. Η κρίση επηρέασε την περιοχή, όπως και οι λάθος επιλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης» λέει στην ΤhessΝews. Το παράπονό του είναι ότι οι κάποιες λαϊκές που γίνονται μέσα στην εβδομάδα σε κοντινές αποστάσεις υπολειτουργούν και μαζί με το μεγάλο παρεμπόριο κάνουν ζημιά στις επιχειρήσεις.

Ο Νικόλαος Γιαπράκης ζει στην περιοχή από το 1989, από τότε που παντρεύτηκε η κόρη του. Πίνει τον καφέ του κάθε μέρα στο καφενείο και συζητά για τα τρέχοντα της επικαιρότητας με την υπόλοιπη παρέα των συνταξιούχων. «Είμαστε μια γειτονιά, όλο μιλάμε μεταξύ μας, έχει πολλή κίνηση όλη την ημέρα αλλά και το βράδυ».
Για μια γειτονιά που όλοι είναι γνωστοί μεταξύ τους κάνει λόγο και η Μάρθα. «Και μόνος σου να βγεις, είναι σίγουρο ότι θα βρεις παρέα. Το βράδυ έχει έντονη νυχτερινή ζωή, έρχονται και από Σταυρούπολη, Νεάπολη για να βγουν εδώ, κάποιοι δεν κατεβαίνουν καν στο κέντρο» σημειώνει.

Από το φύλλο της THESSNEWS #106 (19/05/2018-20/05/2018)

Πηγή